Παρά τις υπερβολικές προσδοκίες σχετικά με το η-επιχειρείν και την κατάρρευση των dot.coms στα τέλη της δεκαετίας του ’90, οι ηλεκτρονικές αγορές B2B επιβίωσαν και σήμερα αναπτύσσονται δυναμικά. Ωστόσο εξακολουθεί να υφίσταται το ερώτημα κατά πόσον είναι χρήσιμη η συμμετοχή των ΜΜΕ σε αυτές, ή το B2B αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων.
Σε αυτό το αφιέρωμα θα κάνουμε μια γενική επισκόπηση του θέματος και θα αναφερθούμε σε δύο εξαιρετικά χρήσιμες περιπτώσεις επιχειρήσεων, μια ολλανδική μονοπρόσωπη εταιρία εμπορίας εξοπλισμού μεταφορών και μια μικρή επιχείρηση εμπορίας αγροτικών προϊόντων στη Νέα Ζηλανδία. Υιοθετώντας το η-επιχειρείν και συμμετέχοντας σε ηλεκτρονικές αγορές, κατόρθωσαν όχι μόνο να επιβιώσουν –παρά το μικρό τους μέγεθος και τις αντίξοες συνθήκες, όπως η απόσταση κ.λπ.– αλλά να αναπτυχθούν ραγδαία και να επεκταθούν σε νέες αγορές.
Στα τέλη της δεκαετίας του ‘90 πολλοί εκτιμούσαν ότι η ραγδαία εξέλιξη του Internet κα τα πλεονεκτήματα που αυτό προσέφερε θα το καθιστούσαν σύντομα ένα από τα κυριότερα κανάλια πωλήσεων για τις επιχειρήσεις και μία από τις σημαντικότερες πηγές αγορών για τους καταναλωτές. Η κατάρρευση πολλών εταιριών του χώρου καθυστέρησε σημαντικά αυτή την εξέλιξη – μολονότι συχνά σε τεχνικό επίπεδο οι λύσεις που είχαν αναπτυχθεί ήταν πολύ καλές και επωφελείς.
Κατά τη διάρκεια της ανόδου του η-επιχειρείν, μία από τις καινοτομίες που παρουσιάστηκαν ήταν οι ηλεκτρονικές αγορές B2B (business-to-business), οι οποίες έδειχναν να έχουν καλές προοπτικές. Συνήθως τις συντηρούσαν πολλές βιομηχανίες του ίδιου κλάδου ή μία σημαντική βιομηχανία που ήταν και ο κυριότερος αγοραστής.
Οι εξελίξεις, ακόμα και οι αλλαγές στην ορολογία, ήταν ραγδαίες και για τις η-αγορές. Μέχρι και σήμερα υπάρχουν ΜΜΕ που απλώς δεν γνωρίζουν τι είναι διαθέσιμο, πώς διακρίνονται οι διαφορετικοί τύποι η-αγορών: όροι όπως «κάθετη» ή «οριζόντια πλατφόρμα» κ.λπ.
Η επιτυχία των ηλεκτρονικών αγορών είναι ακόμη και σήμερα δύσκολο να μετρηθεί. Σύμφωνα με στοιχεία του eBusiness Watch, το 23% των επιχειρήσεων (ποσοστό επί του συνόλου των απασχολούμενων) πραγματοποιεί το 5% του συνολικού όγκου των προμηθειών τους online. Πολύ λίγες ευρωπαϊκές ΜΜΕ, περίπου το 2 με 3% του συνόλου, μετέχουν σε ηλεκτρονικές αγορές, εν αντιθέσει με τις μεγάλες επιχειρήσεις, όπου το ποσοστό υπερβαίνει το 6%.
.
Είναι οι ηλεκτρονικές αγορές χρήσιμες για τις ΜΜΕ;
Η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα είναι αρκετά περίπλοκη. Συχνά οι εταιρίες δεν επιθυμούν να διαταράξουν τις σχέσεις τους με προμηθευτές με τους οποίους έχουν μακρόχρονη συνεργασία. Για αυτό το λόγο δεν τους «ενθαρρύνουν» να εισέλθουν σε ηλεκτρονικές αγορές. Άλλωστε συνήθως οι εταιρίες συμμετέχουν σε πλατφόρμες η-εμπορίου με στόχο να μειώσουν τις τιμές που έχουν από τους ήδη υπάρχοντες προμηθευτές τους. Βέβαια, σύμφωνα με τις διαθέσιμες έρευνες, τις περισσότερες φορές ακόμα και στις ηλεκτρονικές αγορές οι παλαιοί συνεργάτες τελικά καταφέρνουν να πάρουν την παραγγελία, ενώ επίσης δεν παίζει ρόλο αποκλειστικά η τιμή αλλά και άλλοι παράγοντες.
Φτάνουμε λοιπόν στο κεντρικό ερώτημα: Τι ψάχνουν οι επιχειρήσεις στις ηλεκτρονικές αγορές, τι θέλουν να πετύχουν. Σύμφωνα με έρευνα που βασίστηκε σε 41 μελέτες παραδείγματος, οι κυριότερες αιτίες που οδηγούν στη συμμετοχή σε μια ηλεκτρονική αγορά είναι οι ακόλουθες:
- Αποτελεσματικότητα: μείωση χρόνου διαδικασιών αλλά και κόστους
- Τοποθέτηση: βελτίωση ανταγωνιστικής θέσης της εταιρίας
- Διατήρηση σχέσεων με υπάρχοντες πελάτες/συνεργάτες
Έτσι, οι παράγοντες που οδηγούν στη συμμετοχή σε μια πλατφόρμα B2B είναι και εσωτερικοί αλλά και εξωτερικοί. Συνηθέστερος παράγοντας για τους αγοραστές είναι ο πρώτος, δηλαδή η βελτίωση της αποτελεσματικότητας και η μείωση του κόστους, και δεύτερος είναι η βελτίωση της θέσης της εταιρίας. Για τους προμηθευτές έρχεται πρώτη η τοποθέτηση και μετά η διατήρηση καλών σχέσεων με πελάτες και συνεργάτες.
Όπως αναφέραμε παραπάνω, οι προμηθευτές θα πρέπει να αντιληφθούν ότι ρόλο στην τελική απόφαση της επιχείρησης-αγοραστή θα παίξει εκτός από τις τιμές και ο χρόνος παράδοσης. Γενικά, συχνότατα οι χρόνοι έχουν εξίσου μεγάλη σημασία – αν όχι και μεγαλύτερο. Χαρακτηριστικό για τη χρησιμότητα των ηλεκτρονικών αγορών είναι το παράδειγμα ελληνικής εταιρίας, η οποία μέσω μιας τέτοιας πλατφόρμας βρήκε προμηθευτή στην Ιταλία για προϊόντα τα οποία δεν παράγονταν στην Ελλάδα, και τα οποία δεν μπορούσε να εξασφαλίσει με άλλα μέσα. Η διαδικασία της αγοράς μέσω B2B διήρκεσε μόλις πέντε ημέρες, όταν -σύμφωνα με μελέτη βρετανικού πανεπιστημίου- η διαδικασία αγοράς από το εξωτερικό μπορεί να διαρκέσει από τρεις έως και πάνω από τέσσερις μήνες, εφόσον η επιχείρηση δεν διαθέτει εργαλεία η-επιχειρείν ή δεν συμμετέχει σε μια ηλεκτρονική αγορά.
Πηγή: go-online.gr